übergreifend
übergreifend
y:bɐgʁaɪ̯fənt
ybgraifēnt

Ορισμός και σημασία του "übergreifend"στα γερμανικά

übergreifend
01

διατομεακός, διασectorικός

Nicht auf ein einzelnes Gebiet beschränkt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein übergreifendes Forschungsprojekt der Uni. 

Ένα διεπιστημονικό ερευνητικό έργο του πανεπιστημίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store