Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übergreifend
01
διατομεακός, διασectorικός
Nicht auf ein einzelnes Gebiet beschränkt
Παραδείγματα
Übergreifende Datenanalyse verbessert die KI-Leistung.
Η ολοκληρωμένη ανάλυση δεδομένων βελτιώνει την απόδοση της ΤΝ.


























