übergreifend
Pronunciation
/ˈyːbɐˌɡʀaɪ̯fn̩t/

Ορισμός και σημασία του "übergreifend"στα γερμανικά

übergreifend
01

διατομεακός, διασectorικός

Nicht auf ein einzelnes Gebiet beschränkt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Übergreifende Datenanalyse verbessert die KI-Leistung.
Η ολοκληρωμένη ανάλυση δεδομένων βελτιώνει την απόδοση της ΤΝ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store