Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überlassen
01
παραχωρώ, εμπιστεύομαι
Etwas freiwillig oder nach Absprache in den Besitz oder die Verantwortung einer anderen Person geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
über
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
überlässt
ενεστώτα μετοχή
überlassend
απλός αόριστος
überließ
παθητική μετοχή
überlassen
Παραδείγματα
Er überließ mir seinen gesamten Bücherschatz.
Μου παραχώρησε ολόκληρη τη συλλογή βιβλίων του.



























