überholen
überholen
y:bɐho:lən
ybholēn
überhörenüberhöhenübereilen

Ορισμός και σημασία του "überholen"στα γερμανικά

überholen
01

προσπερνώ, ξεπεράω

Ein Fahrzeug an einem anderen vorbeifahren und schneller sein 
überholen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
holen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
überholt
ενεστώτα μετοχή
überholend
απλός αόριστος
überholte
παθητική μετοχή
überholt,
Παραδείγματα
Der Fahrer hat das langsame Auto auf der Autobahn überholt. 

Ο οδηγός προσπέρασε το αργό αυτοκίνητο στην εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store