Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überholen
01
προσπερνώ, ξεπεράω
Ein Fahrzeug an einem anderen vorbeifahren und schneller sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
holen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überhole
γ΄ ενικό πρόσωπο
überholt
ενεστώτα μετοχή
überholend
απλός αόριστος
überholte
παθητική μετοχή
überholt,
Παραδείγματα
Man sollte beim Überholen vorsichtig sein.
Πρέπει να είστε προσεκτικοί κατά την προσπέραση.
Λεξικό Δέντρο
überholen
über
holen



























