Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überfluss
01
αφθονία, υπερβολή
Eine Menge, die größer ist als benötigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überflusses
Παραδείγματα
Wir leben im Überfluss und sollten dankbar sein.
Ζούμε στην αφθονία και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.
Λεξικό Δέντρο
überfluss
über
fluss



























