Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überfluss
[gender: masculine]
01
αφθονία, υπερβολή
Eine Menge, die größer ist als benötigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überflusses
Παραδείγματα
Der Überfluss an Informationen kann überwältigend sein.
Η αφθονία των πληροφοριών μπορεί να είναι συντριπτική.
Λεξικό Δέντρο
überfluss
über
fluss



























