der überfluss
überfluss
y:bɐflʊs
ybfloos
überdruss

Ορισμός και σημασία του "überfluss"στα γερμανικά

Der Überfluss
01

αφθονία, υπερβολή

Eine Menge, die größer ist als benötigt 
der Überfluss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überflusses
Παραδείγματα
Wir leben im Überfluss und sollten dankbar sein. 

Ζούμε στην αφθονία και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

überfluss

über

+

fluss

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store