überfahren
überfahren
y:bɐfa:rən
ybfarēn
überfallenüberführen

Ορισμός και σημασία του "überfahren"στα γερμανικά

überfahren
01

πατώ, χτυπώ

Mit einem Fahrzeug über jemanden oder etwas hinwegfahren 
überfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
überfährt
ενεστώτα μετοχή
überfahrend
απλός αόριστος
überfuhr
παθητική μετοχή
überfahren
Παραδείγματα
Der Fahrer hat bei Rot überfahren und dabei einen Fußgänger verletzt. 

Ο οδηγός πάτησε έναν πεζό περνώντας με κόκκινο φανάρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store