überarbeiten
überarbeiten
y:bɐʔaʁbaɪtn
ybarbaitn

Ορισμός και σημασία του "überarbeiten"στα γερμανικά

überarbeiten
01

αναθεωρώ, επεξεργάζομαι

Etwas kritisch prüfen und verbessern 
überarbeiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
arbeiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überarbeite
γ΄ ενικό πρόσωπο
überarbeitet
ενεστώτα μετοχή
überarbeitend
απλός αόριστος
überarbeitete
παθητική μετοχή
überarbeitet
Παραδείγματα
Der Autor überarbeitet gerade sein neues Buch. 

Ο συγγραφέας αναθεωρεί αυτήν τη στιγμή το νέο του βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store