Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überarbeiten
01
αναθεωρώ, επεξεργάζομαι
Etwas kritisch prüfen und verbessern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
arbeiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überarbeite
γ΄ ενικό πρόσωπο
überarbeitet
ενεστώτα μετοχή
überarbeitend
απλός αόριστος
überarbeitete
παθητική μετοχή
überarbeitet
Παραδείγματα
Die Software wird ständig überarbeitet und aktualisiert.
Το λογισμικό αναθεωρείται και ενημερώνεται συνεχώς.



























