Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Öffentlichkeit
01
κοινό, δημόσιο
Alle Menschen, besonders außerhalb einer geschlossenen Gruppe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Öffentlichkeit
Παραδείγματα
Die Öffentlichkeit wurde über das Ereignis informiert.
Το κοινό ενημερώθηκε για το γεγονός.



























