zerstören
zerstören
t͡sɛɐ̯ʃtø:ʁɐn
tseshteurn

Ορισμός και σημασία του "zerstören"στα γερμανικά

zerstören
01

καταστρέφω

Etwas völlig kaputt machen oder vernichten 
zerstören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
stören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerstöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerstört
ενεστώτα μετοχή
zerstörend
απλός αόριστος
zerstörte
παθητική μετοχή
zerstört
Παραδείγματα
Das Feuer hat das Haus zerstört. 

Η φωτιά κατέστρεψε το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store