Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Zeugnis
[gender: neuter]
01
πιστοποιητικό, βεβαίωση
Ein offizielles Dokument, das eine Qualifikation oder Teilnahme bestätigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zeugnisses
πληθυντικός τύπος
Zeugnisse
Παραδείγματα
Er framte sein Bachelorzeugnis an die Wand.
Έβαλε το δίπλωμα πτυχίου του σε πλαίσιο στον τοίχο.
02
σχολικός έλεγχος, βαθμολογική δήλωση
Ein Dokument mit Schulnoten am Ende des Semesters oder Jahres
Παραδείγματα
Im Zeugnis stehen Noten in allen Fächern.
Στο βαθμολόγιο αναγράφονται οι βαθμοί σε όλα τα μαθήματα.



























