das zeugnis
zeugnis
t͡sɔɪ̯knɪs
tsoyknis

Ορισμός και σημασία του "zeugnis"στα γερμανικά

01

πιστοποιητικό, βεβαίωση

Ein offizielles Dokument, das eine Qualifikation oder Teilnahme bestätigt 
das Zeugnis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Zeugnisse
γενική πτώση
Zeugnisses
Παραδείγματα
Sie erhielt ein Zeugnis mit Bestnoten. 

Λάμβανε ένα πιστοποιητικό με τις υψηλότερες βαθμολογίες.

02

σχολικός έλεγχος, βαθμολογική δήλωση

Ein Dokument mit Schulnoten am Ende des Semesters oder Jahres 
das Zeugnis definition and meaning
Παραδείγματα
Tim zeigte seinen Eltern das Zeugnis. 

Ο Τιμ έδειξε στους γονείς του το βαθμολόγιο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store