Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerstören
01
καταστρέφω
Etwas völlig kaputt machen oder vernichten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
stören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerstöre
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerstört
ενεστώτα μετοχή
zerstörend
απλός αόριστος
zerstörte
παθητική μετοχή
zerstört
Παραδείγματα
Die Explosion zerstörte das Auto völlig.
Η έκρηξη κατέστρεψε εντελώς το αυτοκίνητο.



























