die wohnung
woh
ˈvo:
vo
nung
nʊng
noong

Ορισμός και σημασία του "wohnung"στα γερμανικά

01

διαμέρισμα, κατοικία

Die Räume, in denen man lebt 
die Wohnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wohnungen
γενική πτώση
Wohnung
Παραδείγματα
Ich suche eine neue Wohnung. 

Ψάχνω για ένα νέο διαμέρισμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store