Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wirkung
[gender: feminine]
01
αποτέλεσμα, επίδραση
Einfluss oder Ergebnis einer Handlung oder Sache
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wirkung
πληθυντικός τύπος
Wirkungen
Παραδείγματα
Die volle Wirkung wird nach 2 Stunden sichtbar.
Η επίδραση γίνεται πλήρως ορατή μετά από 2 ώρες.



























