der Wert
Pronunciation
/veːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "wert"στα γερμανικά

Der Wert
[gender: masculine]
01

αξία, σημασία

Die Bedeutung oder der Nutzen von etwas
der Wert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wert(e)s
πληθυντικός τύπος
Werte
Παραδείγματα
Der finanzielle Wert des Autos ist schwer zu bestimmen.
Η οικονομική αξία του αυτοκινήτου είναι δύσκολο να προσδιοριστεί.
01

πολύτιμος, χρήσιμος

Bedeutend oder nützlich
wert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wertesten
συγκριτικός βαθμός
werter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Diese Information ist sehr wert.
Αυτή η πληροφορία είναι πολύ πολύτιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store