Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wert
[gender: masculine]
01
αξία, σημασία
Die Bedeutung oder der Nutzen von etwas
Παραδείγματα
Der finanzielle Wert des Autos ist schwer zu bestimmen.
Η οικονομική αξία του αυτοκινήτου είναι δύσκολο να προσδιοριστεί.
wert
01
πολύτιμος, χρήσιμος
Bedeutend oder nützlich
Παραδείγματα
Diese Information ist sehr wert.
Αυτή η πληροφορία είναι πολύ πολύτιμη.


























