weggehen
weggehen
vɛkge:ən
vekgeēn
wegwehen

Ορισμός και σημασία του "weggehen"στα γερμανικά

weggehen
01

φεύγω, αποχωρώ

Einen Ort verlassen, sich entfernen 
weggehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe weg
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht weg
ενεστώτα μετοχή
weggehend
απλός αόριστος
ging weg
παθητική μετοχή
weggegangen
Παραδείγματα
Ich gehe jetzt nach Hause weg. 

Τώρα φεύγω για το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store