Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wegwerfen
01
πετάω
Etwas weggeben, weil es nicht mehr gebraucht wird
Παραδείγματα
Er warf die leeren Flaschen in den Container weg.
Πέταξε τα άδεια μπουκάλια στον κάδο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πετάω