wegwerfen
Pronunciation
/ˈvɛkˌvɛɐ̯fn̩/

Ορισμός και σημασία του "wegwerfen"στα γερμανικά

wegwerfen
01

πετάω

Etwas weggeben, weil es nicht mehr gebraucht wird
wegwerfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
werfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werfe weg
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirft weg
ενεστώτα μετοχή
wegwerfend
απλός αόριστος
warf weg
παθητική μετοχή
weggeworfen
Παραδείγματα
Er warf die leeren Flaschen in den Container weg.
Πέταξε τα άδεια μπουκάλια στον κάδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store