Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wegwerfen
01
πετάω
Etwas weggeben, weil es nicht mehr gebraucht wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
werfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werfe weg
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirft weg
ενεστώτα μετοχή
wegwerfend
απλός αόριστος
warf weg
παθητική μετοχή
weggeworfen
Παραδείγματα
Bitte wirf den Müll nicht einfach weg.
Παρακαλώ, μην πετάξεις απλά τα σκουπίδια.



























