Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wehen
[past form: wehte]
01
φυσάω
Luft oder Wind bewegt sich und bewegt etwas leicht
Παραδείγματα
Die Blätter wehen über die Straße.
Τα φύλλα πετούν πάνω από το δρόμο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φυσάω