wehen
we
ˈve:
ve
hen
ən
ēn
weihenwehrenwesenwegen

Ορισμός και σημασία του "wehen"στα γερμανικά

01

φυσάω

Luft oder Wind bewegt sich und bewegt etwas leicht 
wehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
weht
ενεστώτα μετοχή
wehend
απλός αόριστος
wehte
παθητική μετοχή
geweht
Παραδείγματα
Der Wind weht heute sehr stark. 

Ο άνεμος φυσάει πολύ δυνατά σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store