vorgehen
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯ˌɡeːən/

Ορισμός και σημασία του "vorgehen"στα γερμανικά

vorgehen
01

προχωρώ, ενεργώ

Etwas tun oder handeln, um ein Ziel zu erreichen
vorgehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht vor
ενεστώτα μετοχή
vorgehend
απλός αόριστος
ging vor
παθητική μετοχή
vorgegangen
Παραδείγματα
Man sollte immer bedacht vorgehen, wenn es um Geld geht.
Κανείς πρέπει πάντα να προχωρεί προσεκτικά όταν πρόκειται για χρήματα.

Λεξικό Δέντρο

vorgehen

vor

+

gehen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store