Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorgehen
01
προχωρώ, ενεργώ
Etwas tun oder handeln, um ein Ziel zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht vor
ενεστώτα μετοχή
vorgehend
απλός αόριστος
ging vor
παθητική μετοχή
vorgegangen
Παραδείγματα
Wir müssen jetzt richtig vorgehen, um das Problem zu lösen.
Πρέπει να προχωρήσουμε σωστά τώρα για να λύσουμε το πρόβλημα.
Λεξικό Δέντρο
vorgehen
vor
gehen



























