Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorführen
01
παρουσιάζω, επιδεικνύω
Etwas öffentlich zeigen oder präsentieren, z. B. Kleidung, Fähigkeiten, ein Gerät oder eine Idee
Παραδείγματα
Im Museum wird gezeigt, wie alte Maschinen vorgeführt wurden.
Στο μουσείο δείχνουν πώς παρουσιάζονταν τα παλιά μηχανήματα.


























