vorführen
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯ˌfyːʀən/

Ορισμός και σημασία του "vorführen"στα γερμανικά

vorführen
01

παρουσιάζω, επιδεικνύω

Etwas öffentlich zeigen oder präsentieren, z. B. Kleidung, Fähigkeiten, ein Gerät oder eine Idee
vorführen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt vor
ενεστώτα μετοχή
vorführend
απλός αόριστος
führte vor
παθητική μετοχή
vorgeführt
Παραδείγματα
Im Museum wird gezeigt, wie alte Maschinen vorgeführt wurden.
Στο μουσείο δείχνουν πώς παρουσιάζονταν τα παλιά μηχανήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store