vorgeben
vorgeben
fo:ɐ̯ge:bən
fogebēn
vorhabenvorgehen

Ορισμός και σημασία του "vorgeben"στα γερμανικά

vorgeben
01

προσποιούμαι, προφασίζομαι

So tun, als ob etwas wahr oder echt wäre, obwohl es das nicht ist 
vorgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
vor
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt vor
ενεστώτα μετοχή
vorgebend
απλός αόριστος
gab vor
παθητική μετοχή
vorgegeben
Παραδείγματα
Er gibt vor, krank zu sein. 

Αυτός προσποιείται ότι είναι άρρωστος.

02

καθορίζω, ορίζω

einen Zeitpunkt, eine Frist oder einen Rahmen festlegen 
Παραδείγματα
Der Lehrer gab einen Termin für die Prüfung vor. 

Ο δάσκαλος όρισε μια ημερομηνία για τις εξετάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store