Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorgeben
01
προσποιούμαι, προφασίζομαι
So tun, als ob etwas wahr oder echt wäre, obwohl es das nicht ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
vor
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt vor
ενεστώτα μετοχή
vorgebend
απλός αόριστος
gab vor
παθητική μετοχή
vorgegeben
Παραδείγματα
Er gibt vor, krank zu sein.
Αυτός προσποιείται ότι είναι άρρωστος.
02
καθορίζω, ορίζω
einen Zeitpunkt, eine Frist oder einen Rahmen festlegen
Παραδείγματα
Der Lehrer gab einen Termin für die Prüfung vor.
Ο δάσκαλος όρισε μια ημερομηνία για τις εξετάσεις.
Λεξικό Δέντρο
vorgeben
vor
geben



























