Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorgeben
01
προσποιούμαι, προφασίζομαι
So tun, als ob etwas wahr oder echt wäre, obwohl es das nicht ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
vor
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt vor
ενεστώτα μετοχή
vorgebend
απλός αόριστος
gab vor
παθητική μετοχή
vorgegeben
Παραδείγματα
Sie gab vor, überrascht zu sein.
Προσποιήθηκε ότι εκπλήσσεται.
02
καθορίζω, ορίζω
einen Zeitpunkt, eine Frist oder einen Rahmen festlegen
Παραδείγματα
Das Gesetz gibt bestimmte Grenzen vor.
Ο νόμος καθορίζει συγκεκριμένα όρια.
Λεξικό Δέντρο
vorgeben
vor
geben



























