Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorfall
[gender: masculine]
01
περιστατικό
Ein unerwartetes Ereignis, oft negativ oder problematisch
Παραδείγματα
Der Vorfall sorgte für Aufregung in der Stadt.
Το περιστατικό προκάλεσε ενθουσιασμό στην πόλη.


























