der vorfall
vor
fo:ɐ
φο
fall
fal
φαλ
verfall

Ορισμός και σημασία του "vorfall"στα γερμανικά

01

περιστατικό

Ein unerwartetes Ereignis, oft negativ oder problematisch 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorfälle
γενική πτώση
Vorfall(e)s
Παραδείγματα
Der Vorfall im Park wurde der Polizei gemeldet. 

Το περιστατικό στο πάρκο αναφέρθηκε στην αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vorfall

vor

+

fall

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store