Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorbeugen
01
προλαμβάνω, αποτρέπω
Maßnahmen treffen, damit etwas Negatives nicht passiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
beugen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vorbeuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
vorbeugt
ενεστώτα μετοχή
vorbeugend
απλός αόριστος
beugte vor
παθητική μετοχή
vorgebeugt
Παραδείγματα
Durch regelmäßiges Händewaschen kann man Infektionen vorbeugen.
Πλένοντας τακτικά τα χέρια σας, μπορείτε να προλάβετε λοιμώξεις.
02
σκύβω, κλίνω το σώμα μπροστά
Den Oberkörper nach vorne beugen
Παραδείγματα
Sie beugte sich über den Tisch, um das Dokument zu unterschreiben.
Σκύφτηκε πάνω από το τραπέζι για να υπογράψει το έγγραφο.



























