Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorbereiten
01
προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι
Sich so verhalten, dass man für etwas bereit ist
Παραδείγματα
Die Schüler bereiten sich auf den Test vor.
Οι μαθητές προετοιμάζονται για το τεστ.
02
προετοιμάζω
Etwas tun, damit etwas oder jemand bereit ist
Παραδείγματα
Der Koch bereitet das Abendessen vor.
Ο μάγειρας προετοιμάζει το δείπνο.


























