Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorbereiten
01
προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι
Sich so verhalten, dass man für etwas bereit ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
bereiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bereite vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
bereitet vor
ενεστώτα μετοχή
vorbereitend
απλός αόριστος
bereitete vor
παθητική μετοχή
vorbereitet
Παραδείγματα
Die Schüler bereiten sich auf den Test vor.
Οι μαθητές προετοιμάζονται για το τεστ.
02
προετοιμάζω
Etwas tun, damit etwas oder jemand bereit ist
Παραδείγματα
Der Koch bereitet das Abendessen vor.
Ο μάγειρας προετοιμάζει το δείπνο.



























