Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Voraussetzung
[gender: feminine]
01
προϋπόθεση, απαίτηση
Etwas, das man braucht, bevor etwas anderes passieren kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Voraussetzungen
πληθυντικός τύπος
Voraussetzungen
Παραδείγματα
Die Voraussetzung ist ein gültiger Pass.
Η προϋπόθεση είναι ένα έγκυρο διαβατήριο.



























