Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Voraussetzung
01
προϋπόθεση, απαίτηση
Etwas, das man braucht, bevor etwas anderes passieren kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Voraussetzungen
πληθυντικός τύπος
Voraussetzungen
Παραδείγματα
Englisch ist eine Voraussetzung für diesen Job.
Τα αγγλικά είναι προϋπόθεση για αυτή τη δουλειά.



























