Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorankommen
[past form: kam voran]
01
προοδεύω, προχωρώ
Bei einer Arbeit oder Sache Fortschritte machen
Παραδείγματα
Wenn du übst, kommst du voran.
Αν εξασκείσαι, προχωράς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προοδεύω, προχωρώ