Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorankommen
[past form: kam voran]
01
προοδεύω, προχωρώ
Bei einer Arbeit oder Sache Fortschritte machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
voran
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme voran
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt voran
ενεστώτα μετοχή
vorankommend
απλός αόριστος
kam voran
παθητική μετοχή
vorangekommen
Παραδείγματα
Wenn du übst, kommst du voran.
Αν εξασκείσαι, προχωράς.



























