Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verzicht
01
αποκήρυξη, παραίτηση
Die bewusste Entscheidung, auf etwas zu verzichten oder etwas nicht in Anspruch zu nehmen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verzichte
γενική πτώση
Verzicht(e)s
Παραδείγματα
Sein Verzicht auf Fleisch war eine ethische Entscheidung.
Η παραίτησή του από το κρέας ήταν μια ηθική επιλογή.
LanGeek



























