Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verzicht
01
αποκήρυξη, παραίτηση
Die bewusste Entscheidung, auf etwas zu verzichten oder etwas nicht in Anspruch zu nehmen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Verzicht(e)s
πληθυντικός τύπος
Verzichte
Παραδείγματα
Freiwilliger Verzicht kann befreiend wirken.
Η εθελοντική αποχή μπορεί να έχει απελευθερωτικό αποτέλεσμα.



























