Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versprechen
01
υπόσχομαι, δεσμεύομαι
Jemandem zusichern, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sprechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verspreche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verspricht
ενεστώτα μετοχή
versprechend
απλός αόριστος
versprach
παθητική μετοχή
versprochen
Παραδείγματα
Ich verspreche dir, morgen pünktlich zu sein.
Σου υπόσχομαι να είμαι στην ώρα αύριο.
02
υπόσχομαι, δίνω ελπίδα
Etwas erwarten lassen oder in Aussicht stellen
Παραδείγματα
Das Projekt verspricht Erfolg.
Το έργο υποσχέται επιτυχία.
03
κάνω λάθος στο λόγο
Beim Sprechen einen Fehler machen
Παραδείγματα
Ich habe mich versprochen.
Έκανα λάθος στο λόγο.
04
αναμένω, ελπίζω
Etwas erwarten oder erhoffen
Παραδείγματα
Ich verspreche mir viel von diesem Kurs.
Υποσχόμαι πολλά από αυτό το μάθημα.
Das Versprechen
01
υπόσχεση, δέσμευση
Gesagte Zusage, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Versprechens
πληθυντικός τύπος
Versprechen
Παραδείγματα
Ich gebe dir mein Versprechen.
Σου δίνω την υπόσχεσή μου.



























