Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Versprecher
01
παραδρομή, γλωσσικό λάθος
Eine unbeabsichtigte sprachliche Fehlleistung, bei der Laute, Wörter oder Sätze vertauscht oder falsch ausgesprochen werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Versprechers
πληθυντικός τύπος
Versprecher
Παραδείγματα
Sein peinlicher Versprecher sorgte für Gelächter.
Το ντροπιαστικό του παραδρομή προκάλεσε γέλια.



























