Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschwinden
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
Aufhören, sichtbar oder vorhanden zu sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schwinden
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
verschwinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschwindet
ενεστώτα μετοχή
verschwindend
απλός αόριστος
verschwand
παθητική μετοχή
verschwunden
Παραδείγματα
Die Sterne verschwinden, wenn die Sonne aufgeht.
Τα αστέρια εξαφανίζονται όταν ανατέλλει ο ήλιος.



























