Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschwenden
01
σπαταλώ, σπαταλάω
Etwas unnötig verbrauchen, ohne sinnvolle Nutzung
Παραδείγματα
Er hat sein ganzes Geld für unnütze Dinge verschwendet.
Σπατάλησε όλα τα χρήματά του σε άχρηστα πράγματα.


























