Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versichern
01
ασφαλίζω, εγγυώμαι
Einen Vertrag abschließen, um Schutz gegen Schäden zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sichern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versichere
γ΄ ενικό πρόσωπο
versichert
ενεστώτα μετοχή
versichernd
απλός αόριστος
versicherte
παθητική μετοχή
versichert
Παραδείγματα
Die Firma versichert alle Mitarbeiter.
Η εταιρεία ασφαλίζει όλους τους υπαλλήλους.
02
διαβεβαιώνω, βεβαιώνω
Jemandem sagen, dass etwas sicher oder wahr ist
Παραδείγματα
Ich kann dir versichern, dass es stimmt.
Μπορώ να σε βεβαιώσω ότι είναι αλήθεια.



























