Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versichern
01
ασφαλίζω, εγγυώμαι
Einen Vertrag abschließen, um Schutz gegen Schäden zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sichern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versichere
γ΄ ενικό πρόσωπο
versichert
ενεστώτα μετοχή
versichernd
απλός αόριστος
versicherte
παθητική μετοχή
versichert
Παραδείγματα
Ich möchte mein Auto versichern.
Θέλω να ασφαλίσω το αυτοκίνητό μου.
02
διαβεβαιώνω, βεβαιώνω
Jemandem sagen, dass etwas sicher oder wahr ist
Παραδείγματα
Ich versichere dir, dass alles gut wird.
Σου βεβαιώνω ότι όλα θα πάνε καλά.



























