Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschwenden
01
σπαταλώ, σπαταλάω
Etwas unnötig verbrauchen, ohne sinnvolle Nutzung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schwenden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschwende
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschwendet
ενεστώτα μετοχή
verschwendend
απλός αόριστος
verschwendete
παθητική μετοχή
verschwendet
Παραδείγματα
Verschwende nicht so viel Wasser beim Duschen!
Μην σπαταλάς τόσο πολύ νερό ενώ κάνεις ντους!



























