vermuten
vermuten
fɛɐ̯mu:tən
femootēn
vermögenveraltenverratenverbluten

Ορισμός και σημασία του "vermuten"στα γερμανικά

vermuten
01

υποψιάζομαι, υποθέτω

Etwas für wahrscheinlich halten, ohne sichere Beweise zu haben 
vermuten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
muten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermute
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermutet
ενεστώτα μετοχή
vermutend
απλός αόριστος
vermutete
παθητική μετοχή
vermutet
Παραδείγματα
Ich vermute, dass er krank ist. 

Υποψιάζομαι ότι είναι άρρωστος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store