Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermuten
01
υποψιάζομαι, υποθέτω
Etwas für wahrscheinlich halten, ohne sichere Beweise zu haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
muten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermute
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermutet
ενεστώτα μετοχή
vermutend
απλός αόριστος
vermutete
παθητική μετοχή
vermutet
Παραδείγματα
Sie vermutete, dass etwas nicht stimmte.
Αυτή υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.



























