Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermitteln
01
παρέχω, μεταδίδω
Etwas zur Verfügung stellen oder weitergeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
mitteln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermittele
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermittelt
ενεστώτα μετοχή
vermittelnd
απλός αόριστος
vermittelte
παθητική μετοχή
vermittelt
Παραδείγματα
Die Agentur vermittelt Wohnungen an Studenten.
Ο οργανισμός παρέχει διαμερίσματα σε φοιτητές.



























