vermieten
vermieten
fɛɐ̯mi:tən
femitēn
vertretenverbietenvermissenvermuten

Ορισμός και σημασία του "vermieten"στα γερμανικά

vermieten
01

ενοικιάζω, μισθώνω

Etwas gegen Bezahlung zur Nutzung überlassen 
vermieten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
mieten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermiete
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermietet
ενεστώτα μετοχή
vermietend
απλός αόριστος
vermietete
παθητική μετοχή
vermietet
Παραδείγματα
Ich vermiete meine Wohnung an Studenten. 

Ενοικιάζω το διαμέρισμά μου σε φοιτητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store