Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermeidbar
01
αποφευκτός, προληπτικός
Eine Situation, Handlung oder Folge, die durch bewusstes Handeln hätte verhindert werden können
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vermeidbarsten
συγκριτικός βαθμός
vermeidbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieser Unfall war vollkommen vermeidbar.
Αυτό το ατύχημα ήταν εντελώς αποφευκτό.



























