Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermieten
01
ενοικιάζω, μισθώνω
Etwas gegen Bezahlung zur Nutzung überlassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
mieten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermiete
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermietet
ενεστώτα μετοχή
vermietend
απλός αόριστος
vermietete
παθητική μετοχή
vermietet
Παραδείγματα
Sie vermieten ihre Garage an Nachbarn.
Αυτοί ενοικιάζουν το γκαράζ τους στους γείτονες.



























