Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Vermögen
01
περιουσιακά στοιχεία, πλούτος
Die Gesamtheit aller geldwerten Besitztümer einer Person oder Organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vermögens
πληθυντικός τύπος
Vermögen
Παραδείγματα
Sein Vermögen wird auf 10 Mio. € geschätzt.
Η περιουσία του εκτιμάται στα 10 εκατομμύρια ευρώ.
vermögen
01
μπορώ, είμαι σε θέση να
Die Fähigkeit oder Möglichkeit haben, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
mögen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermag
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermag
ενεστώτα μετοχή
vermögend
απλός αόριστος
vermochte
παθητική μετοχή
vermocht
Παραδείγματα
Niemand vermag die Zukunft vorherzusagen.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον.



























