das Vermögen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈmøːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "vermögen"στα γερμανικά

Das Vermögen
[gender: neuter]
01

περιουσιακά στοιχεία, πλούτος

Die Gesamtheit aller geldwerten Besitztümer einer Person oder Organisation
das Vermögen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Vermögens
πληθυντικός τύπος
Vermögen
Παραδείγματα
Ihr Vermögen besteht aus Immobilien und Gold.
Η περιουσία της αποτελείται από ακίνητα και χρυσό.
vermögen
01

μπορώ, είμαι σε θέση να

Die Fähigkeit oder Möglichkeit haben, etwas zu tun
vermögen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
mögen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermag
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermag
ενεστώτα μετοχή
vermögend
απλός αόριστος
vermochte
παθητική μετοχή
vermocht
Παραδείγματα
Sein Mut vermag viele zu inspirieren.
Το θάρρος του μπορεί να εμπνεύσει πολλούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store