Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vereinen
[past form: vereinte]
01
ενώνω, συνενώνω
Mehrere Dinge oder Personen zu einer Einheit zusammenbringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vereine
γ΄ ενικό πρόσωπο
vereint
ενεστώτα μετοχή
vereinend
απλός αόριστος
vereinte
παθητική μετοχή
vereint
Παραδείγματα
Musik und Tanz vereinen sich in dieser Aufführung.
Η μουσική και ο χορός ενώνονται σε αυτή την παράσταση.



























